Είναι ένας πατέρας και έχει τρεις γιους: έναν μεγαλογιατρό, έναν μεγαλοδικηγόρο και έναν μεγαλοκατασκευαστή, οι οποίοι τον αγαπούσαν όλοι πάρα πολύ. Όταν ο πατέρας ήταν στα τελευταία του, τους κάλεσε στο νεκροκρέβατό του και τους είπε:
-Παιδιά μου, έκανα τα πάντα για σας, για να μεγαλώσετε σωστά, να σπουδάσετε και να φτιάξετε αμύθητες περιουσίες. Δεν ζήτησα ποτέ τίποτα γι αντάλλαγμα, αλλά έφτασε η ώρα να σας ζητήσω κάτι που θα ήθελα πολύ να το κάνετε...
-Ό,τι θες εσύ πατέρα! Θα το κάνουμε για σένα όσο παράλογο κι αν είναι...
-Να, θέλω τώρα που θα πεθάνω, να έρθεται και να ακουμπήσετε πάνω στο μνήμα μου από 1 εκατομμύριο ευρώ...
Τα παιδιά κοιτάχτηκαν, αλλά συμφώνησαν, καθότι αυτό θα ήταν το λιγότερο που θα μπορούσαν να κάνουν για τον πατέρα τους, στον οποίο χρωστούσανε ολόκληρες τις περιουσίες τους.
Πράγματι, μετά από 1 μήνα ο πατέρας πεθαίνει. Την επόμενη της κηδείας το απογευματάκι, εμφανίζεται ο μεγαλογιατρός στο μνήμα, και βγάζοντας μια μικρή τσάντα από το παλτό του, λέει:
-Πατέρα, δεν ξέρω για τα αδέρφια μου, αλλά εγώ το χρέος μου σαν γιος θα το εκπληρώσω, ακόμα κι αν μου φαίνεται φοβερά παράλογο... Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σένα.
Και φεύγει... Μετά από λίγο εμφανίζεται ο μεγαλοδικηγόρος. Ίδιο σκηνικό: ακουμπάει μια τσάντα με λεφτά πάνω στο μνήμα και λέει:
-Πατέρα, ήρθε η ώρα να εκπληρώσω κι εγώ το μέρος της επιθυμίας σου που με αφορά. Καλή ξεκούραση...
Τέλος, εμφανίζεται και ο μεγαλοκατασκευαστής. Αράζει σταυτοπόδι πάνω στο μνήμα και ανάβοντας ένα τσιγάρο, λέει:
-Πατέρα, βλέπω ότι τα αδέρφια μου ικανοποιήσανε την επιθυμία σου... Ήρθε η ώρα να τη σεβαστώ κι εγώ.
Βγάζει μια επιταγή από την τσέπη και συμπληρώνει το ποσό των 3 εκατομμυρίων ευρώ, και λέει:
Είναι της Πίστεως, εισπράττεις τη Δευτέρα. Και, παίρνοντας της άλλες 2 τσάντες, συμπληρώνει: Παίρνω τα ρέστα μου...